ΝΕΑ & ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

Κολπίτιδα: Αιτία, συμπτώματα, διάγνωση και θεραπεία

Από: | Tags: , , | 31 Μάρτιος 2018

Η κολπίτιδα είναι μια τις πιο κοινές λοιμώξεις που απασχολούν το γυναικείο πληθυσμό. Η λοίμωξη αυτή εκδηλώνεται με συμπτώματα κνησμού ή καύσου, με τοπικό ερεθισμό και κολπική υπερέκκριση.

Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη ή όχι κολπίτιδας παίζει το pH του κόλπου και η παρουσία φυσιολογικής χλωρίδας σε αυτόν.

Στην προεφηβική και μετεμμηνοπαυσιακή περίοδο της ζωής της γυναίκας

το επιθήλιο του κόλπου είναι λεπτό και το pH είναι ανεβασμένο. Το γεγονός αυτό ευνοεί τον εποικισμό της περιοχής από ένα ευρύ φάσμα μικροοργανισμών της δερματικής και της εντερικής χλωρίδας.

Στην αναπαραγωγική φάση της ζωής, ωστόσο, η παρουσία οιστρογόνων αυξάνει την περιεκτικότητα των επιθηλιακών κυττάρων του κόλπου σε γλυκογόνο και ευνοείται η ανάπτυξη γαλακτοβακίλλων, η παραγωγή από αυτούς γαλακτικού οξέως και η μείωση του κολπικού pH.

Κατά σειρά συχνότητας οι κολπίτιδες είναι βακτηριδιακές, μυκητιασικές και τριχομοναδικές ενώ σε ένα μεγάλο ποσοστό παραμένουν αδιάγνωστες. Στις περιπτώσεις αυτές τα συμπτώματα μπορεί να οφείλονται σε άλλες καταστάσεις, όπως η ατροφία των βλεννογόνων (ατροφική κολπίτιδα), διάφορες δερματολογικές παθήσεις του αιδοίου καθώς και άλλες νευρογενείς καταστάσεις.

Η επιτυχημένη θεραπεία της κολπίτιδας βασίζεται στην ακριβή διάγνωσή της.

Στοιχεία από το ιστορικό όπως η παρουσία κολπικής υπερέκκρισης, καύσου, δύσοσμης έκκρισης, οιδήματος, κνησμού, δυσπαρεύνιας, η διάρκεια των συμπτωμάτων,  η συσχέτιση με την έμμηνο ρύση, η ανταπόκριση σε προηγηθείσα θεραπεία, οι σεξουαλικές συνήθειες μπορούν συχνά να κατευθύνουν την διάγνωση.

Πριν από τη λήψη του κολπικού εκκρίματος είναι επίσης σημαντικό να έχει γίνει επισκόπηση του αιδοίου και του κόλπου για εκτίμηση συνοδών βλαβών και των μακροσκοπικών χαρακτήρων των εκκρίσεων.

Πρέπει, επίσης να ληφθεί υπόψη ενδεχόμενη τυφλή θεραπεία από την ίδια την ασθενή.

Κατά την εξέταση του κολπικού εκκρίματος εκτιμάται  πάντα:

  • Το pH του κόλπου
  • Η δοκιμασία αμινών (Whiff test) (θετική στην μη ειδική βακτηριδιακή κολπίτιδα)
  • Η άμεση μικροσκόπηση του δείγματος.

Η τελευταία είναι κριτικής σημασίας για την εξακρίβωση της λήψης καλής ποιότητας δείγματος, την εκτίμηση της παρουσίας ή όχι φυσιολογικής χλωρίδας, την παρουσία στοιχείων φλεγμονής και τέλος την αναζήτηση παθογόνων που δεν αναπτύσσονται στην κοινή καλλιέργεια όπως η τριχομονάδα.

Βακτηριδιακή κολπίτιδα

Η Βακτηριδιακή Κολπίτιδα (Bacterial Vaginosis) είναι μια πολυμικροβιακή λοίμωξη που χαρακτηρίζεται από την απουσία γαλακτοβακίλλων και την υπερανάπτυξη αναερόβιων μικροβίων. Οι μικροοργανισμοί που ανευρίσκονται σε  μεγαλύτερη συχνότητα στις κολπίτιδες αυτές είναι η Gardnerella vaginalis (Αιμόφιλος του κόλπου) τα μυκοπλάσματα, είδη Bacteroides, πεπτοστρεπτόκοκκου και Fusobacterium.

Δεδομένου ότι οι μικροοργανισμοί αυτοί αποτελούν μέρος της φυσιολογικής κολπικής χλωρίδας, η ανεύρεσή τους, ειδικά της G. vaginalis, δεν θέτουν τη διάγνωση. Για τη διάγνωση σε συμπτωματικές γυναίκες χρησιμοποιούνται τα κριτήρια Amsel:

  • Ομοιογενής, φαιόχρωμη κολπική έκκριση
  • pΗ κολπικού υγρού > 4,5.
  • Παρουσία clue cells > 20% του ολικού αριθμού επιθηλιακών κυττάρων
  • Θετικό test αμινών.

Η παρουσία τριών από αυτά τα κριτήρια θέτει τη διάγνωση.

Στην βακτηριδιακή κολπίτιδα είναι συχνές οι υποτροπές και επαναλοίμωξεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις συστήνεται η θεραπεία του συντρόφου, η συγχορήγηση συμπληρωμάτων γαλακτοβακίλλων, καθώς και η παρατεταμένη αντιβιοτική θεραπεία.

Σε περίπτωση εγκυμοσύνης, οι συμπτωματικές έγκυες

πρέπει να θεραπεύονται καθώς  η βακτηριδιακή κολπίτιδα κατά την κύηση έχει συσχετισθεί με χαμηλό βάρος γέννησης, πρόωρη ρήξη των υμένων και προωρότητα.

Φάρμακα που δίνονται για τη θεραπεία της βακτηριδιακής κολπίτιδας είναι η κλινδαμυκίνη και η μετρονιδαζόλη σε μορφή κολπικών σκευασμάτων και ούτε η μετρονιδαζόλη, ούτε η κλινδαμυκίνη φαίνεται να έχουν τερατογόνες ιδιότητες.

Μυκητιασική αιδοιοκολπίτιδα

Η μυκητιασική κολπίτιδα μπορεί να έχει τη μορφή της ασυμπτωματικής αποίκησης, αλλά και να παρουσιάζει σοβαρά συμπτώματα ( κνησμό, καύσο, ερυθρότητα, δυσπαρευνία). Χαρακτηρίζεται από λευκόχροες παχύρρευστες εκκρίσεις και η διάγνωση τεκμηριώνεται εργαστηριακά με την ανεύρεση βλαστοσπορίων ή ψευδοϋφών σε μικροσκόπηση άμεσου παρασκευάσματος ή με θετική καλλιέργεια σε συμπτωματική γυναίκα.

Η μυκητιασική αιδοιοκολπίτιδα μπορεί να ταξινομηθεί ως επιπλεγμένη ή μη, κάτι που θα καθορίσει και την θεραπευτική προσέγγιση. Επιπλέγμένες θεωρούνται οι περιπτώσεις όπου έχουμε:

  • Υποτροπιάζοντα επεισόδια (> 4 ανά έτος)
  • Σοβαρά συμπτώματα ή σημεία
  • Υποψία λοίμωξης από Candida non-Albicans
  • Κύηση
  • Σακχαρώδη Διαβήτη
  • Ανοσοκαταστολή
  • Άλλες αιδοιοκολπικές παθήσεις

Η θεραπεία είναι συνήθως ολιγοήμερη με χορήγηση τοπικών αντιμυκητιασικών υποθέτων και αλοιφών (ιτρακοναζόλη, νιτρική εκοναζόλη, και άλλες αζόλες) ,εκτός από τις επιπλεγμένες μορφές όπου συχνά απαιτείται πιο μακροχρόνια θεραπεία, χρήση αντιμυκητιασικών φαρμάκων από το στόμα (φλουκοναζόλη, κετοκοναζόλη) και χρήση νεώτερων αντιμυκητιασικών φαρμάκων (σκευάσματα βορικού οξέος).

Τριχομοναδική κολπίτιδα

Η κολπίτιδα που οφείλεται σε τριχομονάδα (Trichomonas vaginalis) θεωρείται σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα. Οι γυναίκες με τριχομοναδική κολπίτιδα ενδέχεται να παρουσιάζουν ανώμαλη κολπική υπερέκκριση, κνησμό, αίσθημα καύσου ή αιμόρροια μετά την επαφή.

Εκτός από το ιστορικό, την κλινική εικόνα, και την ανίχνευση αυξημένου pH στο κολπικό υγρό, η διάγνωση επιβεβαιώνεται από την ανεύρεση του κινητού παρασίτου σε μικροσκόπηση άμεσου παρασκευάσματος. Φάρμακα για τη θεραπεία της τριχομοναδικής κολπίτιδα είναι η μετρονιδαζόλη και η τινιδαζόλη, ενώ θεωρείται απαραίτητη η θεραπεία και του συντρόφου.

Αποφολιδωτική φλεγμονώδης κολπίτιδα

Πρόκειται για μια σπάνια μορφή κολπίτιδας, που εμφανίζεται σε γυναίκες στην κλιμακτήριο ή μετεμμηνοπαυσιακά . Προκαλεί αίσθημα καύσου, δυσπαρευνία, ερυθρότητα και πυώδη κολπική έκκριση. Στο 90% των περιπτώσεων οφείλεται σε είδη στρεπτοκόκκων.

Το pH του κόλπου είναι αυξημένο και το τεστ αμινών αρνητικό. Η μικροσκόπηση του κολπικού υγρού θα αναδείξει μεγάλο αριθμό πυοσφαιρίων. Η θεραπεία συνίσταται στην κολπική χορήγηση κλινδαμυκίνης.